Η ζωή τραβάει την ανηφόρα, η ζωή τραβάει την κατηφόρα

(αναδημοσίευση από την Ελευθεροτυπία ενος υπέροχου κειμένου του Αντώνη Σουρούνη που αναφέρεται και σε εμάς.  Μεγάλη τιμή μας έκανες αγαπητέ Αντώνη, σε ευχαριστούμε!)


Του ΑΝΤΩΝΗ ΣΟΥΡΟΥΝΗ

Συνήθως οι Κυριακές είναι προδιαγραμμένες, όμως κάπου κάπου μας κάνουν και την έκπληξη.

Εκτός από εκκλησία, βουνό, θάλασσα, σινεμά, τηλεόραση, περίπατος, εστιατόριο, μπαρ, είναι και κάποιοι που ακολουθούν την ίδια την Κυριακή κι όπου τους βγάλει.

Μεσοβδόμαδα μου τηλεφώνησε μια παλιά κι αγαπητή φίλη να με ρωτήσει αν την ερχόμενη Κυριακή το απόγευμα μπορώ να τη συνοδεύσω σε μια γιορτή που γίνεται προς τιμήν της σε κάποιο σχολείο. Διέκρινα στην ερώτησή της περισσότερο απαίτηση και λιγότερο παράκληση, όμως αυτό με ευχαρίστησε, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται μεταξύ φίλων. Είπα ναι.

Κυριακή πρωί τηλεφώνησα σε έναν παλιό κι αγαπητό φίλο, τον Νίκο Δήμου, αν μπορεί να ρίξει μια ματιά στον κομπιούτερ μου και παρ’ ότι είχα να τον δω μερικά χρόνια, είπε ναι, γιατί έτσι πρέπει να γίνεται μεταξύ φίλων. Ο Δήμου προπορεύεται σε μερικά χαρίσματα κι ένα απ’ αυτά είναι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Το έφτιαξε αμέσως και μετά έβγαλε από την τσάντα του κάτι που έμοιαζε με μικρή αφίσα ή με μικρό πίνακα ζωγραφικής. Μόνο όταν το πήρα στα χέρια διαπίστωσα ότι πρόκειται για βιβλίο, βιβλίο με ποιήματα, ίσως το πιο λεπτό που έπιανα ποτέ, όχι όμως και το πιο ελαφρύ. Πάνω και κάτω στο εξώφυλλο υπήρχαν στη σειρά εννιά πορτρέτα του συγγραφέα, σαν ταινία σινεμά, από νηπιακή ηλικία μέχρι τη σημερινή και στη μέση του εξωφύλλου η λέξη Gerontion γραμμένη εφτά φορές (εβδομήντα χρόνια;) σαν αναποδογυρισμένη πυραμίδα. Ξεκινούσε από κάτω προς τα πάνω, με το πρώτο Gerontion γραμμένο με πολύ μικρά γράμματα και όσο ανέβαινε μεγάλωνε, μεγάλωνε κι άλλο, ώσπου στο έβδομο σκαλοπάτι γινόταν γερό, όμορφο και στέρεο.

«15 ποιήματα της τρίτης ηλικίας», έγραφε από κάτω κι όταν του είπα ότι κι εγώ ανήκω σ’ αυτήν, μου εξήγησε ότι ο τίτλος ανήκει στον Ελιοτ.

«Ντρέπομαι να το λέω», συνέχισα, «αλλά μέσα μου δεν νιώθω ότι ανήκω σ’ αυτήν, καμιά φορά νομίζω ότι δεν έχω πάει ακόμα στρατιώτης». «Το καταλαβαίνω…», χαμογέλασε. «Είναι γιατί εμείς ζούμε».

Λίγο αργότερα μου τηλεφώνησε η φίλη μου. «Θα περάσω να σε πάρω με το αμάξι στις έξι παρά, καλά είναι; Το σχολείο είναι και κοντά στο σπίτι σου, στην Ιπποκράτους». «Εξι παρά είναι ακόμα μεσημέρι», απόρησα, «με τον ήλιο θα πάμε;». «Για τα νήπια δεν είναι μεσημέρι, είναι ώρα παιχνιδιού». Δεν ήξερα για ποια νήπια μιλούσε και θέλησα να το ξεκαθαρίσω. «Για ποια νήπια μιλάς;». «Γι’ αυτά που μας περιμένουν». «Σε νηπιαγωγείο θα πάμε;», τρόμαξα. «Ε, ναι, δεν το ‘ξερες; Θα είναι και η βαφτιστήρα μου, την ξέρεις». Αυτό με ηρέμησε κάπως. Εκτός από τη φίλη μου, θα ήξερα και κάποιον άλλον εκεί μέσα. Μου άρεσε να το βλέπω αυτό το κοριτσάκι, σε κοίταζε βαθιά και σοβαρά στα μάτια, σαν την Τζοκόντα προτού βρει το βλέμμα της, για να φυτρώσει και το χαμόγελό της.

Σε νηπιαγωγείο δεν είχα μπει ποτέ, εκτός από την αυλή της κυρα-Φεβρωνίας τον περασμένο αιώνα, με τα δέκα σκαμνιά ολόγυρα και τη βίτσα πάνω από τα κεφάλια μας. Μαγεύτηκα. Νόμιζα ότι βρισκόμουν σ’ έναν άλλο κόσμο, παραμυθένιο, που οι άνθρωποι ήταν λιλιπούτειοι, εκτός από τη γελαστή βασίλισσα που γύριζε ανάμεσά τους με το μαγικό ραβδί. Και πραγματικά η φίλη μου με τέτοια έμοιαζε. Οσα χρόνια την ξέρω, πάντα σε μαύρα φορέματα τη βλέπω ντυμένη και σήμερα φορούσε ένα μεταξωτό κατακόκκινο φόρεμα φαρδύ και μακρύ, σαν να ‘ταν περιτυλιγμένη με το ρούχο του ήλιου.

Οσο ανέβαινες τα τρία πατώματα τόσο μίκραιναν οι άνθρωποι και τα πράγματα. Παντού χρώματα και ζωγραφική. Στους τοίχους, στα πατώματα, τα παιδιά ζωγράφιζαν όπου θέλανε, ό,τι θέλανε, σχέδια και εικόνες και παντού από πάνω τους κρεμασμένοι χρωματιστοί πολυέλαιοι.

«Εχει όνομα αυτή η μαγική πόλη;», ρώτησα τη φίλη μου. «Ντόροθι Σνοτ», είπε σοβαρά. «Ηταν μια κάμπια, που οι φίλοι της την ψάχνανε κι αυτή έγινε πεταλούδα».

ΥΓ.: Καθώς έγραφα το κείμενο, τηλεφώνησε η ιδιοκτήτρια του σπιτιού να μου πει ότι πουλάει το σπίτι και πρέπει να φύγω. Τώρα που τελείωσα μπορώ να ρωτήσω: «Ξέρει κανείς κανένα ήσυχο σπίτι γύρω από τον Λυκαβηττό;». *

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s