Archive for the 'ποιηση' Category
το μεγάλο ερώτημα της ζωής
2011, έτος Οδυσσέα Ελύτη
η υπέροχη ποίηση του Ελύτη δεμένη με πανέμορφες εικόνες, από μια μαθήτρια της Α’ Γυμνασίου. Μπράβο!
(πάρα πολύ καλό, το βρήκαμε στο childit!)
Δεκαέξι άνυδρα χρόνια…
…συμπληρώθηκαν κιόλας από την ημέρα που μας αποχαιρέτησε ο Μάνος Χατζιδάκις. Δεν αντέχεται τόση απώλεια..
“Είμαι ο Λαχειοπώλης του Ουρανού. Μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά και αγγέλους”
(αναδημοσιευμουμε το ιδιο ποστ με περυσι, τετοια μερα. Καθε χρόνο, όλο και πιο έντονη είναι η απουσία του…..)
η λιποταξία της χιονάτης
Το γραμμα που λειπει
Φοβήθηκε η χρυσόσκονη.
Τι κι αν στολίζει καθε χρονο το δεντρο.
Αρκει ένα φύσημα
και παει
δεν χρειάζεται καν
να περάσει ο καιρός.
Σκορπά προτού τα υπόλοιπα
στολίδια ανέβουν στο ράφι
ποτέ της δεν έχει φτάσει μέχρι το πατάρι
δεν είχε ποτέ μια τόση δα
θεσούλα σταθερή…..
.
.
Η καλή ποίηση εξαγνίζει. Και η ποίηση της αγαπημένης μας Ελένης Γκίκα είναι όαση μέσα στην άνυδρη πραγματικότητα. Μην στερήσετε από τον εαυτό σας αυτό το πολύτιμο δώρο…..
το βαλς των χαμενων ονειρων
υπεροχη μουσικη, υπεροχες εικονες….
Είτανε μια γριά απ΄τη λιβύη
————————————————–
Είτανε μια κοπέλα απ’ το Καλαμάκι
που ψάρευε αχινιούς με το καμάκι.
Μα ξάφνου ένα γουρούνι
της μπήκε στο ρουθούνι
και πνίγηκε η κοπέλα άπ’ το Καλαμάκι.
————————————————–
Είτανε μια γριά απ’ τη Λιβύη
που διάβαζε του Πλούταρχου τσοι βίοι
Σαν ετέλειωνε έναν τόμο
τον επέταγε στον δρόμο -
Τούτη η σχολαστικιά π’ τη Λιβύη.
————————————————-
Δύο από τα παιδικά ποιήματα (limericks) του Γιώργου Σεφέρη

Η μικρή μας δημόσια συνεισφορά στο Ετος Ρίτσου.
Ισως τελικά καταφέραμε να ομορφύνουμε ένα κλικ τον μουντό δρόμο…
Περισσότερα, την Τρίτη 16 Ιουνίου 2009, στις 7.30 μμ!

Το Πρώτο Σκαλί…
“Το πρώτο σκαλί“, ποίημα του Κων/νου Καβάφη διαβασμένο εδω από τον Γιάννη Τσαρούχη
Ὄνειρο καλοκαιρινοῦ μεσημεριοῦ

Χτὲς βράδυ δὲν κοιμήθηκαν καθόλου τὰ παιδιά. Εἴχανε κλείσει ἕνα σωρὸ τζιτζίκια στὸ κουτὶ τῶν μολυβιῶν, καὶ τὰ τζιτζίκια τραγουδοῦσαν κάτου ἀπ’ τὸ προσκεφάλι τους ἕνα τραγούδι ποὺ τὸ ξέραν τὰ παιδιὰ ἀπὸ πάντα καὶ τὸ ξεχνοῦσαν μὲ τὸν ἥλιο.
Χρυσὰ βατράχια κάθονταν στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν χωρὶς νὰ βλέπουν στὰ νερὰ τὴ σκιά τους. κι ἤτανε σὰν ἀγάλματα μικρὰ τῆς ἐρημιᾶς καὶ τῆς γαλήνης.
Τότε τὸ φεγγάρι σκόνταψε στὶς ἰτιὲς κι ἔπεσε στὸ πυκνὸ χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο ἔγινε στὰ φύλλα.
Τρέξανε τὰ παιδιά, πῆραν στὰ παχουλά τους χέρια τὸ φεγγάρι κι ὅλη τη νύχτα παίζανε στὸν κάμπο.
Τώρα τὰ χέρια τους εἶναι χρυσά, τὰ πόδια τους χρυσά, κι ὅπου πατοῦν ἀφήνουνε κάτι μικρὰ φεγγάρια στὸ νοτισμένο χῶμα. Μά, εὐτυχῶς, οἱ μεγάλοι ποὺ ξέρουν πολλά, δὲν καλοβλέπουν. Μονάχα οἱ μάνες κάτι ὑποψιάστηκαν.
Γι᾿ αὐτὸ τὰ παιδιὰ κρύβουνε τὰ χρυσωμένα χέρια τους στὶς ἄδειες τσέπες, μὴν τὰ μαλώσει ἡ μάνα τους ποὺ ὅλη τη νύχτα παίζανε κρυφὰ μὲ τὸ φεγγάρι.




















